Γράμμα του Γιάννη Ρίτσου στην αδελφή του Λούλα

26.VIII.50

Λουλίτσα, Λουλίτσα μου —αδελφούλα μου— δυο σου γραμματάκια μαζί πήρα χτες. Ω αδελφούλα τί καλή που είσαι. Μ’ έχεις κάνει σαν ένα παιδάκι που όλο το χαϊδεύουν και το φιλεύουν χαρές και παραμύθια κ’ όνειρα — θυμάσαι; — τον ουρανό με τ’ άστρα, τη θάλασσα με τα ψάρια — τον κάμπο με τα λούλουδα. Ναι μανούλα — όλα τούτα μου τα φέρνει η αγάπη σου στη φούχτα της κάθε στιγμή — κ’ εγώ, παιδί, παίζω με τα χρώματα και με τ’ αστέρια — με τα παιχνίδια και με τα καλούδια που μου στέλνεις, ακριβούλα μου — κ’ είναι η κάθε μου μέρα κι όλη μου η ζωή μια Πρωτοχρονιά — εσύ έφτιαξες τη ζωή μου μια Πρωτοχρονιά — κι είσαι ο καλός μου Αη-Βασίλης — που φέρνει, φέρνει και δεν τελειώνει — κι εγώ παίζω — ναι — σα μωρό — καθισμένος πάνω στη χαρά — παίζω με τα λουλούδια και με τ’ αγαθά. Ω, αδελφούλα, αδελφούλα — τί όμορφα είναι όλα τούτα που μου χαρίζεις — τί όμορφο σακάκι και πουλόβερ και πουκάμισο, και σορτς, και καπελάκι και μαγιώ και βιβλία — και, και, και, τί να πρωτοχαρώ — τί να πρωτοδιαβάσω Αηβασιλάκη μου; Άκου, αδελφούλα, και σκέψου: μέσα σε 25 μέρες που βρίσκουμαι στον Αη-Στράτη, μου ‘χεις στείλει και τα ‘χω λάβει 8 δέματα και 500 χιλιάδες — εκτός από κείνα (και πόσα) που μου ‘χες δώσει όταν έφευγα. Λουλίτσα μου — δε νομίζεις πως παραγίνεται πια; Δε νομίζεις πως είναι καιρός να νοιαστείς τον εαυτό σου, τα παιδάκια σου, τον άντρα σου; Ε, αδελφούλα μου; Δεν κουράστηκες πια με μένα; Κι όλο από πάνου με ρωτάς τί μου χρειάζεται. Τίποτε αδελφούλα μου. Μόνο, όπως σου ‘γραψα, ένα κλεφτοφάναρο για τα βράδια —επειδή εδώ δεν έχει φως— κ’ ένα βιβλίο μου «Πυραμίδες» που θα το πάρεις απ’ το σπίτι. Τη χλαίνη μη μου τη στείλεις γιατί δε μου χρειάζεται — έχω το παλτό και την καπαρντίνα. Χίλια ευχαριστώ —πες— και χίλια φιλιά. Λουλίτσα — δε θα νοικιάσω σπίτι στο χωριό. Θα μείνω εδώ. Έχω ένα μικρούτσικο σπιτάκι εγκαταλειμμένο — κάτου απ’ τα δέντρα — όλο όλο ένα δωματιάκι — ήσυχο και χωριάτικο. Θα διορθώσω τη στέγη του γιατί τρέχει, θα βάλω και πορτοπαράθυρα γιατί δεν έχει καθόλου — κ’ έτσι θα ‘χω μια ζεστή, εξοχική φωλίτσα για το χειμώνα. Δε θα κρυώνω καθόλου — και θα μπορώ να διαβάζω, να γράφω, να ζωγραφίζω. Έβαλα μπροστά και τα εγγλέζικα. Α, αλήθεια, θα μπορούσες να μου στείλεις το Α΄και Β΄ «Essential» κ’ ένα αγγλο-ελληνικό λεξικό; Είδες; — πάλι σε φορτώνουμαι. Λουλίτσα —αδελφούλα— πόσες χιλιάδες ευχαριστώ να σου πω; πόσα φιλιά να σου στείλω; πώς να σου δείξω την αγάπη μου; Πρέπει να τελειώνω, γιατί θα παρακούρασα τη λογοκρισία. Άλλοτε πάλι, όπως πάντα, θα σου γράφω σε δελτάριο. Εσύ μπορείς να μου γράφεις όποτε θέλεις κι όσο θέλεις. Γεια σου αδελφούλα μου — φιλιά, φιλιά, φιλιά, στα παιδάκια σου και στον άντρα σου (α, ναι, του ‘γραψα χώρια ένα γράμμα — το ‘λαβε;) κι άλλα τόσα και πιότερα φιλιά σε σένα.

ο αδελφούλης σου Γιάννης

[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Γλυκειά μου Λούλα, επιμ. Δέσποινα Γλέζου, «Νέα Σύνορα» – Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, Αθήνα 1997, σ. 46-50]

Leave a Reply